Κρήτες – Agioklima Rural Tourism https://www.agioklima.gr/el/ Petrokefalo Heraklion Crete Traditional House Thu, 04 Jun 2020 13:49:32 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.1.2 Εδώ στο Νότο…. https://www.agioklima.gr/el/%ce%b5%ce%b4%cf%8e-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%bd%cf%8c%cf%84%ce%bf/ Thu, 04 Jun 2020 13:14:51 +0000 http://www.agioklima.gr/?p=4503

Να ‘ρθεις απόβραδο. Νότια της πόλης και ψηλά. Το δειλινό πάνω στον Ψηλορείτη και οι γέροντες ακόμη στο καφενείο. Να πίνουν τσικουδιά μασουλώντας σταφιδοελιές και να λένε ιστορίες: απόηχος της απωλεσθείσας κοινοτικής ζωής, να μας φιλεύει τ’ απομεινάρια της. Το Πετροκέφαλο ασπρολογάει κάτω από τον ήλιο στα πόδια του Ψηλορείτη έγραψε ο Ν. Καζαντζάκης κι έβαλε τον Καπετάν Μιχάλη τα ξεπαστρεύει τον αντίζηλο σε τούτο το χωριό. Τις νύχτες, που βγαίνουν οι ζουρίδες, οι κουκουβάγιες και τα τριζόνια, είναι φορές που ακούω τα βήματα της τουρκοκρητικιάς ν’ ανεβαίνει στην εκκλησιά των χριστιανών. Με στοίχειωσαν οι κουβέντες του ενενηντατριάχρονου Πουλάκη: ο Τούρκος αγάς, που λες, είχε όλα τα χωράφια δικά του, από το σπίτι σου μπροστά ως του Καντρή τη γέφυρα, κάτω στο φαράγγι. Την πήρε τη χριστιανοπούλα γυναίκα του. Αδερφή της γιαγιάς μου. Του τηνε δώκανε. Να μη γίνει κακό. Μπορεί βέβαια να ΄τανε και η περιουσία, ποιος ξέρει. Μπορεί γιατί κι ο ίδιος ήτανε κρυπτοχριστιανός. Την αφήκε στην αρχή ν’ ανεβαίνει, βαθιά χαράματα στο χωριό, μπροστά από τη πόρτα σου αναγκαστικώς, να ξομολογάται στον παπά της Παναγιάς, μετά τσή ‘κανε δικιά της εκκλησιά, στο ρυάκι δίπλα, κάτω από το πλάτανο, εκεί που μαζεύετε μυρτιές. Φύγανε βέβαια, με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Έκλαιγε, λέει αυτή, έσκουζε στο κλάμα, πήρανε και το Γιωργή το γιο τους, πως τη λέγανε; Δε θυμούμαι. Δεν έλεγε η γιαγιά μου τ’ όνομα τση, ούτε εκεινού, του τουρκοκρητικού, το όνομα έλεγε κανείς, τάφος…

Τα φώτα ανάβουν φανερώνοντας χωριά να πάλλονται εκεί που δεν το περιμένεις. Τα βατράχια κοάζουν στο ρέμα, ο σκύλος αλυχτά, ο γκιώνης κράζει κι ένας δεύτερος του απαντά από το πέρα χωράφι. Μπορεί να σχολιάζουν τα νέα της νύκτας, ποιος ασβός βγήκε από την φωλιά του και ποια αφηρημένη ζουρίδα έπεσε θύμα τροχαίου. Απέναντι ο male vicino, πολιορκητική μηχανή ήτανε και ξερνούσε θάνατο. Από κει το όνομα, Μαλεβίζι, ύστερα μαλβάζια – το περίφημο κρασί. Χιλιάδες βαρέλια φόρτωνε η Γαληνότατη στις γαλέρες, μεθούσε και κοκορευότανε στην Εσπερία, έχω τη δική μου Τοσκάνη. Το ανάγλυφο της γης, αυτό τα κάνει όλα. Η Φύση στα κέφια της και οι σεισμοί κυρίαρχοι του παιγνιδιού. Επάλληλες σειρές λόφων και κοιλάδων, φαράγγια, και το βουνό στο κάδρο. Με την ανατολή οι αχτίδες του ήλιου, ίδιοι προβολείς διασχίζουν εραλδικά σύννεφα, αποκαλύπτουν όλη την ομορφιά του Ψηλορείτη να ρίχνει τη βαριά του ανάσα στα χωριά. Από το βορρά στο νότο, ίδιο ανήμερο θεριό κι ας τον φυτέψανε ανεμογεννήτριες. Απέναντι το Πενταμόδι πηγμένο στις βίλες. Και να σκεφτείς πως εδώ, ο Στέφανος Σαχλίκης, αφέντης των λόγγων και κυνηγός της πέρδικας και του λαγού, θαμώνας των μπουρδέλων του Χάνδακα και μέγας χαρτοπαίκτης, έγραψε ενενήντα εφτά στίχους, Ο έπαινος της Ποθοτσουτσουνιάς, να χαίρεται ο Διόνυσος και να χαμογελούν τα θηλυκά πίσω από το ανασηκωμένο τους χεράκι. Ομονοούν οι επαΐοντες, αυτός ο Πατέρας της κρητικής λογοτεχνίας.

Θα πάρουμε το δρόμο νότια πάντα κι όλο πιο ψηλά. Άγιος Μύρων και η θέα απλώνεται προκλητική ως τον Γιούχτα. Από την Αμπάδαινα σε καλημερίζουν τα χωράφια. Ελιά και αμπέλια. Όλες οι αποχρώσεις του πράσινου σε ρίγες, μεθυσμένα μονοπάτια τον Αύγουστο στον τρύγο, όλες οι γλώσσες των Βαλκανίων το χειμώνα στο λιομάζωμα. Πυργού για τις βυζαντινές εκκλησιές της, Κάτω και Πάνω Ασίτες, σοκάκια με μαντζουράνα και κρητικά κονάκια. Στο μοναστήρι του Γοργοελεήμωνα οι αλιτάνες μυρίζουν φρέζες τη Μεγαλοβδομάδα, ο αιωνόβιος πλάτανος, η πηγή, κι ο μαστραπάς να ξεδιψάσεις. Τριγύρω σέρνουν χορό τα σπηλιάρια: Κυνηγόσπηλιος, Νυχτεριδόσπηλιος και μην τολμήσεις να ξυπνήσεις τις νυχτερίδες, τα Σιδεροσπηλιάρια μέσα στο δρόμο, και πάνω από το κεφάλι σου κρέμεται το καταφύγιο του Πρίνου. Οι βυζαντινοί του Νικηφόρου Φωκά συνομιλούν με τους βενετσιάνους ναοδομώντας, στο Πετάλι ένα γοτθικό παράθυρο, στην Κιθαρίδα εντοιχισμένα κεραμικά πιάτα. Και τα ρακοκάζανα παντού. Στις απότομες υπώρειες του Ψηλορείτη που όσο κατεβαίνουν γίνονται τρυφερές παρειές τα νερά τρέχουν υπόγεια, γιατί, κακά τα ψέματα, σε τούτο τον τόπο πια, οι μύθοι συμπορεύονται με την ανατροπή τους. Κι ο Ξενικάδος κι ο Βαθειάς και ο Αγαδικός λαλούν υπόκωφα, αν θες να τους ακούσεις μέσα στα βιβλία των παλιών περιηγητών.

Πριν τον Πρινιά η Πατέλα της αρχαίας Ριζηνίας. Καιροσκόπος η αρχόντισσα, πότε με τους Κνώσσιους, πότε με τους Γορτύνιους, καθώς ήλεγχε τον πέρασμα βορρά νότου, μάζευε πλούτη. Χρυσά κοσμήματα, φαγεντιανές πέτρες, πήλινα στολίδια. Αυτά, στα Μουσεία. Εδώ είναι η θέα που κόβει την ανάσα. Από το Κρητικό πέλαγος ως το Λιβυκό. Οι πελώριες πέτρες φυτεμένες στα χωράφια, άλλοι τις φωνάζουν Τυριά της γριάς, άλλοι Αμάδες του Διγενή. Καθότανε δω πάνω ο Ακρίτας κι έπαιζε αμάδες με τα συντρόφια του ως πέρα την Κύπρο και την Ανατολία. Κι έβαζε σημάδι τους πειρατές και στις δυο θάλασσες. Σκέψου: βορειότερα, ένα σύντομο πέταγμα του γερακιού που μας κοιτά, ο Στρούμπουλας, εκεί να βιγλίζει ο Τάλως ο πετροβολητής. Μύθοι, η συνέχεια τους, και η δική μας ανάγκη για παραμυθία.

Και βγήκαμε στο δρόμο της Μεσσαράς. Χωριά και κωμοπόλεις στον κεντρικό οδικό άξονα βάζουν στοίχημα με την κακογουστιά, την επίδειξη, την αλαζονεία. Ένας αχταρμάς ο τόπος. Άλλοτε φεύγω πατώντας γκάζι, άλλοτε χαζεύω αμφίθυμη: πουλήσαμε την ψυχή μας στηνπρόοδο και την ανάπτυξη. Να ξεφύγουμε από τις αρρώστιες, τα καμμένα από τους Ναζί χωριά, φτώχεια, μετανάστευση, ζωοκλοπή, βεντέτα. Μόνο που χάσαμε το μέτρο! Και, σάμπως υπήρχε ποτέ μέτρο εδώ, τι ψάχνεις παιδάκι μου, εδώ αρχίζει ο Νότος και η Ανατολή. Γι’ αυτό και μεις θα πάμε δεξιά, να βρούμε τα Ριζά πάλι του Ψηλορείτη.

Μικρές εύφορες κοιλάδες και άπειρες στάσεις για το μάθημα φυτολογίας. Ανεμώνες, μαχαιρίδες, πετρομάρουλα, μυρώνια και κουτσουνάδες, λάπαθα, μάραθα, μαντηλίδες, ασκόλυμπροι. Πρίνοι, κουτσόπρινοι, σφεντάμια, ευκάλυπτοι, φραγκοσυκιές, αμπεριές, χαρουπιές, κουτσουπιές, πάντα η φιλεύσπλαχνη ελιά και μικρά περβόλια στις απανεμιές. Κυπαρίσσι και πευκοκυπάρισσο. Το πρώτο, αντρίκιο, αυστηρό, ευθυτενές, το άλλο απλώνει χαρούμενο τα κλαδιά, θηλυκό, στέκονται δίπλα- δίπλα στα κοιμητήρια. Το πράσινο τους, χρώμα στους πίνακες του Ελ Γκρέκο. Τα κοιμητήρια. Έχετε δει τι όμορφοι τόποι είναι τα κοιμητήρια των χωριών την άνοιξη; Στις πλαγιές των λόφων, πάντα προς την κορυφή, φρουρούμενα άγρυπνα από παλιά κυπαρίσσια. Η άνοιξη τα τριγυρίζει με κίτρινες ξυνίδες και τα καντήλια αναμμένα ξαγρυπνούν τις νύχτες. Προέκταση φωτεινή του ανθρώπινου χεριού που τα άναψε, τα σώματα μαυροντυμένων γυναικών να φτάνουν ακόμα από τον κόσμο του Μύθου, σκυμμένα στα μνήματα , το λάδι, το φυτίλι, λίγα φρέσκα λουλούδια, όχι πως τα πλαστικά δεν λείπουν και δω, απόηχος της κουλτούρας του εύκολου, του δήθεν αμάραντου, εντέλει του τόσο ευτελούς.

Στη Γέργερη η φιλοξενία ακατάλυτος νόμος. Ο καφές και το τσουρέκι κερασμένα, η γραία κόβει κλαδάκι έρωντα από τη γλάστρα, να ξανάρθεις να πάμε στο δάσος του Ρούβα. Στο Βαλσαμόνερο, λένε, πως εδώ ο Δομήνικος παιδαρέλι έμαθε πτυχολογία από το δάσκαλο Δαμασκηνό, κι οι δυο μαθήματα πήρανε από τις πτυχώσεις των βουνών και των λόφων, κι η ταμπέλα για τα Βορίζα διάτρητη από σφαίρες. Τόποι σκληροί, καπεταναίοι και αντάρτες, ζωοκλέφτες και δωσίλογοι τους διαφέντεψαν. Και να τες πάλι τις ιστορίες. Στο Ζαρό, τα νερά στη λίμνη του Βότομου, οι λόχμες, τα τιτιβίσματα. Η κυρά Αναστασία το βράδυ θα κεράσει θαλπωρή και θα βαφτίσει τον ουρανίσκο σου στον περίφημο τζουλαμά της. Με το ξημέρωμα θα κατέβουμε στον κάμπο.

Την ασχήμια την προσπερνάμε, αφήνουμε το δρόμο των Ματάλων, αποικία των χίπις στα ’60, περασμένα μεγαλεία, γραμμή για τον Κομμό. Το κύμα ως πέρα την Αφρική, κρινάκια στην άμμο, η καρέτα- καρέτα εδώ γεννάει τ’ αυγά της, να ‘ναι καλά οι Καναδοί αρχαιολόγοι που σκάβουνε το παλιό λιμάνι. Φύγανε κι από δω καράβια για την Τροία. Στη Φαιστό που δεν είναι η Κνωσσός καθώς ο κύριος Έβανς δεν πέρασε από δω να μπογιατίσει στις πέτρες τις ιδεοληψίες του. Τα ερείπια σπαρμένα γύρω από το λόφο, τουρίστες ξαφνιασμένοι από το Νοτιά. Η γιαπωνέζα κυρία με άσπρα γάντια και ομπρελίνο, της το άρπαξε ο άνεμος, νάτο κόκκινο, το πήρε βόλτα πάνω από τ’ αρχαία λιθάρια. Κι αυτός, ο μέγας αφέντης, λίβας ή χαμσίνι τ’ όνομα του, ανεβαίνει από την Λιβύη και την Αίγυπτο, πιο πέρα ακόμη, από τη Σαχάρα, γλείφει τη Φαιστό, κι ορμάει στον κάμπο, ακονίζει τα νύχια του στα περάσματα του Ψηλορείτη και των Αστερουσίων για να ξεσπάσει στο βορρά, πάνω στο Χάνδακα και να πάρει αμπάριζα το Αιγαίο. Μαζί με την κόκκινη βροχή του. Όλα τα ματώνει – ανοιγμένα αμπέλια, ανθισμένες ελιές, ξεχασμένα ρούχα στις απλώστρες, δρόμους και δέντρα, και τζάμια, αγάλματα και φανοστάτες. Λυπημένοι οι κάτοικοι• ποτέ δεν θα συνηθίσουν την κόκκινη βροχή του Νότου. Αλλά και δεν θα πάψουν να την περιμένουν. Στους Αγίους Δέκα είναι η τελευταία στάση. Εκεί, μέσα στο στενορύμι έχω μια φιλενάδα, περνώ κάποιες φορές να της γνέψω. Κομμένα χέρια και κεφάλι, ανύπαρκτο σώμα, μόνο δυο τορνευτά στήθη από μάρμαρο και οι πτυχώσεις της χλαμύδας. Εντοιχισμένη στην πρόσοψη παλιού σπιτιού, αρχαία θεά ή Ρωμαία κόρη• η αρπαγή απ’ τα παλάτια της Γόρτυνας.

Να φύγεις απόβραδο από τη θάλασσα. Την ώρα που φτωχαίνουν οι λέξεις για το πορφυρό πάνω στο μαβί του ορίζοντα. Από την Πύλη της Άμμου. Θ’ ανέβουμε την πέτρινη σκάλα ως το Μπεντένι. Δεξιά μας οι Εφτά Μπαλτάδες, εφτά φονικά χασαπομάχαιρα στα χέρια των επίλεκτων Οθωμανών φρουρών, οι γερανοί φορτώνουν εμπορεύματα παράξενα όμορφοι και ταιριαστοί, κι ο Κούλες προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι ανάμεσα στα οχηματαγωγά και τα κατάρτια των ιστιοπλοϊκών. Φαίνεται πως κάθε πρωί ο μικρός Αλεπουδέλης, γεννημένος στη γειτονιά ετούτη, έβλεπε… κι έγραψε:
και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας / οι Εφτά Μπαλτάδες…/ Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες.

Σημ: Ένθετο, μικρές πατρίδες, ΤΑ ΝΕΑ 27/8/2011, Εδώ δημοσιεύεται με ουσιώδεις διαφορές. ( Από τον ηλεκτρονικό ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ)
Facebookmail
]]>
Επαρχία Μαλεβιζίου – δυο εποχές https://www.agioklima.gr/el/%ce%b5%cf%80%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%af%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%b2%ce%b9%ce%b6%ce%af%ce%bf%cf%85-%ce%b4%cf%85%ce%bf-%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ad%cf%82/ Thu, 04 Jun 2020 13:33:18 +0000 http://www.agioklima.gr/?p=4516 Επαρχία Μαλεβιζίου, Castellania Malevizi

Δυο εποχές

Αλκυονίδες μέρες που φέτος κράτησαν βδομάδες ολόκληρες – άρρωστος ο πλανήτης Γη, είπαν οι λογής επιστήμονες – μαζί και η βεντέμα, έφεραν τους ανθρώπους στα χωράφια.
Αγρότες και αγρότισσες, δημόσιοι υπάλληλοι εν αδεία – διαλύουν οι υπηρεσίες, κράζει ο Τύπος- οι ξένοι εργάτες, κυρίως αυτοί, καθείς και άλλη περίπτωση, όλοι στο μάζεμα της Ελιάς. Εδώ, Επαρχία Μαλεβιζίου, από εκείνον τον ‘’κακό γείτονα’’ στα χρόνια της Γαληνότατης, τότε που η καραβοκύρισσα Βενετία διαφέντευε το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη. Στις απότομες υπώρειες του Ψηλορείτη που όσο κατεβαίνουν γίνονται τρυφερές παρειές νιούτσικου παλικαριού. Με τα νερά να τρέχουν υπόγεια, γιατί, κακά τα ψέματα, σε τούτο τον τόπο πια, οι μύθοι συμπορεύονται με την ανατροπή τους. Κι ο Ξενικάδος κι ο Βαθειάς και ο Αγαδικός λαλούν υπόκωφα, αν θες να τους ακούσεις μέσα στα βιβλία των παλιών περιηγητών.

Και ζωντάνεψαν τα βουνά, οι λόφοι και τα λαγκάδια. Πήρε μπροστά το ελαιοραβδιστικό, επισήμως ονομαζόμενο το μηχανάκι του ραβδίσματος, να αντιβοά από πλαγιά σε πλαγιά. Το τρακτέρ ν’ ανεβοκατεβαίνει τους ταλαιπωρημένους δρόμους. Τόσο όμορφος τούτος ο τόπος! Γέννημα θρέμμα των σεισμών, πουθενά επίπεδος, με το ανάγλυφό του να παίζει με τον άνεμο, μια πατουλιά ψηλά, μια χαμηλά. Στα γύρω βουνά ‘’να διακρίνεις τις πτυχώσεις από τους μανδύες των πινάκων του Θεοτοκόπουλου και στο ηλιοβασίλεμα τους τεφρούς τόνους των χρωμάτων του’’. Και η Ελιά να βασιλεύει. Υπάρχει πιο όμορφο δέντρο από την ελιά; Κι ας προσπάθησαν να την εκχυδαΐσουν, από ασήμι σε χρυσό, λες κι αυτή έχει ανάγκη τα λεγόμενα πολύτιμα μέταλλα, γέμισαν βιτρίνες και χέρια ντοπαρισμένων αθλητών, αυτή πολύ που τη νοιάζει…Στέκεται όρθια στα χωράφια της Μεσογείου αιώνες των αιώνων, από τις πλαγιές της αρχαίας Ραύκου και της Ριζηνίας ως κάτω την Φαιστό και πέρα τα αφρικάνικα παράλια, στρίβει κατά τα χωριά της Σικελίας, και τις ακτές του Γιβραλτάρ, χοροπηδά ως τη μεριά της Παλαιστίνης και τ΄ ακροτόπια της Κυπραίας Σαλαμίνας. Στέκει και θωρεί. Έχει να μαρτυρήσει πολέμους και σκοτωμούς, να εξομολογηθεί τα μυστικά της Καρχηδόνας του Αννίβα και του Ακριτζέντο του Πιραντέλο, να συνομιλήσει με τους Εβραίους και τους Άραβες, να ομολογήσει φονικά της θάλασσας και των ανθρώπων βεντέτες, για μετανάστες του Νότου προς το βορρά να κλάψει, και καραβοτσακισμένους ξένους από την Ανατολή στο Νότο. Να μιλήσει για παράξενους έρωτες κάτω από τα κλαδιά της. Σοφή. Όχι γιατί την ευλόγησε η Αθηνά, η πονηρή καταφερτζού του δωδεκάθεου, όχι, είναι σοφή γιατί δεν την άγγιξε ο χρόνος. Το πέρασμα των αιώνων τη σεβάστηκε, δεν την ξερίζωσε, δεν την έδιωξε πέρα από τη μήτρα της, τη Μεσόγειο. Έμαθε έτσι. Έμαθε πολλά. Ιστορημένα και ανιστόρητα. Κι έμεινε. Φιλεύσπλαχνη. Από κρύο σε χιονιά, από καύσωνα σε βροχή, έμαθε να δίνει μόνο δώρα.
– Γιώργη, έφερες τα τσιγάρα;
Όταν, Γιώργης έγινε ο Αλβανός Ισμαήλ και ο Στάνκο από τη Βουλγαρία. Αυτοί μαζεύουν πια τον πλούσιο καρπό. Διάλειμμα για κολατσιό. Το τρακτέρ φέρνει το φαΐ της νοικοκυράς από το χωριό, ένα τσιγάρο, μια ιστορία του Αλβανού εργάτη, ‘’πέρασα τα σύνορα χωρίς παπούτσια, και…’’, μιαν άλλη του παλιού καιρού…’’ο τούρκος αγάς, που λες, είχε όλα τα χωράφια από δω ως του Καντρή τη γέφυρα… και ερωτεύτηκε μια χριστιανοπούλα από το Πετροκέφαλο και για να τηνε πάρει… ‘’

Κι ύστερα πάλι το μηχανάκι τραγουδά. Τα μεσημέρια με λιακάδα, πάντα γύρω στις δώδεκα, ένα γεράκι, αλάνθαστο ρολόι, κατεβαίνει από τον Ψηλορείτη. Ψάχνει τροφή. Βουτά από τον Πρινιά ως Άγιο Μύρωνα, φτάνει στις Βούτες, επιστρέφει πάνω από το καλεσσανό φαράγγι, κάποτε σταματά. Ζυγιάζει το κορμί του, καρφώνει το μάτι και ορμά προς τα κάτω…χάνεται και σηκώνεται πάλι κινώντας γι’ αλλού.
Τ’ απογεύματα τα σακιά στοιβάζονται στο ελαιουργείο. Μαυρισμένα τραχιά χέρια τα κουβαλούν. Εκατοντάδες σακιά. Ένα τσιγάρο ακόμα, μια τελευταία κουβέντα, καλή η τιμή του λαδιού φέτος, τόσα σακιά – τόσα κιλά, καλή σοδειά, το περσινό νερό έφερε καρπό. Ο καθένας στους υπολογισμούς του πριν τα χωριά βυθιστούν στη μοναξιά τους. Για τα ‘’ πανωγραψίματα’’ ας μη μιλήσεις καλύτερα. Θα τ’ ακούσουν οι ελιές και θα πληγωθούνε…
Μόνο που ο καιρός θα πάρει να χαλάσει. Χειμώνας και βορειοδυτικός να ξυρίζει. Μαύρο κορακίσιο το βουνό του Δία, κατεβαίνουν τα σύννεφα και σκεπάζουν τον Κρουσσώνα, σφαλίζουν τα κοπάδια στις στάνες, παράθυρα και πόρτες αμπαρώνουν, έρχεται το νερό, ευλογημένο! Στον Άγιο Μύρωνα, την αρχαία Κνωσία, μυρωμένο του Αγίου το νερό της κρήνης, ο άνεμος σε πετά από τη μια άκρη του δρόμου στην άλλη, αν κάνεις πως πας προς τη Μονή του Γοργολα’ί’νη θα βρεις καταφύγιο κάτω από τις βιαστικά ανθισμένες νεραντζιές. Και το πρωί θα σου δείξει μιαν άλλη ακόμα όψη του το Όρος. Λευκό, κατάλευκο ως την Αγιά Ερήνη και την κορφή του Στρούμπουλα. Ναι, εκεί που ο Τάλως έκοβε τις βόλτες του, ο Τάλως ο πετροβολητής, ο Τάλως ο δικαστής, που η Μήδεια δασκάλεψε στους Αργοναύτες το θάνατό του.
Και ο Νοτιάς; Α! όταν έρχεται ο Νοτιάς δεν μπορείς να σταθείς σ’ ανοικτό τόπο. Έρχεται από την Αφρική, την Αίγυπτο και τη Λιβύη, πιο πέρα ακόμα, τη μεγάλη έρημο της Σαχάρα, ανεβαίνει το κάμπο της Μεσσαράς, σαρώνει το Μαλεβίζι απ’ άκρη σ’ άκρη ως να ξεσπάσει πάνω στο Χάνδακα, το μεγάλο Κάστρο, το Ηράκλειο. Με γυμνό μάτι, αυτοστιγμεί θαρρείς, βλέπεις πως λιώνει το χιόνι, τα κυπαρίσσια υποκλίνονται κατά το βορρά και μια κόκκινη, κατακόκκινη άμμο κουβαλά. Την απλώνει παντού, άλλοτε ξερή, άλλοτε βρόχινη. Είναι τότε που όλα ματώνουν και μια ιδιότυπη αλληλεγγύη δένει τους κατοίκους.

Άνοιξη…Από το Φλεβάρη ακόμα. Βούλες χιονιού στις κορυφές του Ψηλορείτη, αποχαιρετισμός ενός ζεστού χειμώνα. Τα χωριά, πάντα εδώ, να φωλιάζουν στις πλαγιές του. Ο Κρουσώνας , το Πενταμόδι, το Κεραμούτσι , οι Κορφές, Άγιος Μύρωνας και Ασίτες, η Πυργού, ο Πρινιάς, το Πετροκέφαλο ως δίπλα στην πόλη οι Βούτες. Άσπρο και κόκκινο κάτω από τον ήλιο. Τα αμπέλια, μια σειρά νιούτσικο πράσινο, μια λωρίδα χωματένια και ξανά το μοτίβο επαναλαμβάνεται, ρούχο με ρίγες φόρεσαν οι λόφοι. Τα περίφημα αμπέλια της μαλβαζίας, κάποτε. Και μαλώνουν οι ιστορικοί, αν το περίφημο κρασί πήρε τ’ όνομά του από τούτα τα μέρη. Κρασί με γεμάτη γεύση, το φόρτωναν στις γαλέρες τους οι Βενετσιάνοι κι είχαν να πουν στους άρχοντες πως το χαν φερμένο από τη δική τους Τοσκάνη, το Μαλεβίζι της Νήσου Κρήτης. Και οι δρόμοι φίδια, άλλοτε κουλουριασμένα και άλλοτε ευθύβολα από χωριό σε χωριό ως ψηλά τη Λιβάδα και το πέρασμα για το Βρωμονερό. Το μονοπάτι στρίβει ως τα σύνορα του Μυλοποτάμου, στην αρχαία Ζώμινθο να φτάσει βαθιά στη Νίδα. Κατσόπρινα και πετρομάρουλα, άγρια κυκλάμινα χωμένα στη σκιά των βράχων. Τόποι σκληροί, καπεταναίοι και αντάρτες, ζωοκλέφτες και δωσίλογοι τους διαφέντεψαν. Και νάτες πάλι τις ιστορίες. Λίγα αυτοκίνητα ανεβαίνουν, γυαλίζουν για δευτερόλεπτα κόντρα στις ακτίνες του ήλιου, φεύγουν, χάνονται.
Τα κοιμητήρια. Έχετε δει τι όμορφοι τόποι είναι τα κοιμητήρια των χωριών την άνοιξη; Στις πλαγιές των λόφων, λίγο προς την κορυφή, φρουρούμενα άγρυπνα από παλιά κυπαρίσσια. Η άνοιξη μοσχοβολά και τα καντήλια αναμμένα ξαγρυπνούν τις νύχτες. Προέκταση φωτεινή του ανθρώπινου χεριού που τα άναψε, τα σώματα μαυροντυμένων γυναικών να φτάνουν ακόμα από τον κόσμο του Μύθου, σκυμμένα στα μνήματα , το λάδι, το φυτίλι, λίγα φρέσκα λουλούδια, όχι πως τα πλαστικά δεν λείπουν και δω, απόηχος της κουλτούρας του εύκολου, του δήθεν αμάραντου, εντέλει του τόσο ευτελούς.

Οι μαντηλίδες πήραν να κιτρινίζουν φέρνοντας κοντά τους τις μέλισσες, η ρόκα άνθησε, ένα μικρό λευκό λουλούδι ίδιο πεταλουδίτσα της νύκτας, οι φρέζες του κήπου μοσχομύρισαν , συναγωνίζονται επάξια τις βιολέτες του γείτονα, με τόση ζέστη θ΄ αντέξουν ως την Μεγάλη Παρασκευή να αγκαλιάσουν το Θείο Σώμα; Τα πουλιά ήρθαν να γεννήσουν τ’ αυγά τους στα κιούπια του πέτρινου τοίχου. Δυο σπουργίτια δίνουνε μάχη στην είσοδο της φωλιάς, μάχη κανονική με πονηριές και κατά μέτωπον επίθεση. Η θεωρία του ζωτικού χώρου και στο ζωικό βασίλειο. Τα χελιδόνια; Γύρω στις είκοσι δύο του μήνα Μάρτη θάναι εδώ. Ακριβή στο ραντεβού τους, όπως ακριβώς στο αλφαβητάριο των παιδικών μας χρόνων, ‘’Χελιδόνι μου γλυκό κλπ… κλπ που ήσουνα τόσον καιρό…, ήμουνα στην ξενιτιά, κι έπαιζα μ‘ άλλα παιδιά’’, ναι, τότε που η ξενιτιά γραφόταν με ήτα και έψιλον γιώτα και ήταν ο μακρινός τόπος που πήγαιναν μετανάστες οι δικοί μας άνθρωποι από τούτα τα χωριά. . Τώρα λέμε, ευτυχώς που ήρθαν άλλοι ξενιτεμένοι… να σκάψουν τα χωράφια μας, να καθαρίσουν τους κήπους μας, να βρει νοικοκυριό η άνοιξη να ξαποστάσει.
Κι όταν η νύκτα κατεβαίνει ο φερετζές της δεν είναι καθόλου μαύρος, αφήστε τι λέει το τραγούδι, αλλάζει από το γαλάζιο στο βαθύ μπλε με το στρίφωμα πορφυρό, και λαμπιρίζει σιγά-σιγά φορτωμένος άστρα και γαλαξίες. Τα χωριά πάλλονται φωτισμένα και η σιωπή της νύχτας σπάει από ήχους αρχέγονους. Τα βατράχια κοάζουν στο ρέμα, ο σκύλος αλυχτά, ο γκιώνης κράζει κι ένας δεύτερος του απαντά από το κάτω χωράφι… Μπορεί να σχολιάζουν τα νέα της νύκτας , ποιος ασβός βγήκε από την φωλιά του και ποια αφηρημένη ζουρίδα έπεσε θύμα τροχαίου. Και ύστερα, κάθε βράδυ στο ίδιο σημείο, μια σωλήνα της άρδευσης πάνω από το δρόμο είναι, στα μέσα της διαδρομής από Βούτες προς Πετροκέφαλο, μια γριά κουκουβάγια στρογγυλοκαθισμένη, χωρίς να κόβει σε κανέναν διόδια, αυτή εκεί, ατάραχη, όλα τα παρατηρεί και όλα τα ξέρει.
( Καλά όλα αυτά, ποιητικά και ανοιξιάτικα. Αλλά τα σπίτια; Τούτα τα μεγάλα σπίτια από μπετόν, βίλες τις λένε, στις κορυφές των λόφων τί γυρεύουν; Πως καταργούν το μέτρο, πως πληγώνουν το βλέμμα…μεγάλα σπίτια, πόσοι να τα κατοικήσουν, πόσοι να τα καθαρίσουν… η ψυχική μιζέρια και πως βαφτίστηκε απληστία. )
– Ο Τούρκος αγάς, που λες, είχε όλα τα χωράφια δικά του, από το σπίτι σου μπροστά ως του Καντρή τη γέφυρα, κάτω στο φαράγγι. Την πήρε τη χριστιανοπούλα γυναίκα του. Αδερφή της γιαγιάς μου. Του τηνε δώκανε. Να μη γίνει κακό. Μπορεί βέβαια νάτανε και η περιουσία, ποιος ξέρει. Μπορεί γιατί κι ο ίδιος ήτανε κρυπτοχριστιανός. Την αφήκε στην αρχή ν’ ανεβαίνει, βαθιά χαράματα στο χωριό, μπροστά από τη πόρτα σου αναγκαστικώς, να ξωμολογάται στον παπά της Παναγιάς, μετά τσήκανε δικιά της εκκλησιά, στο ρυάκι δίπλα, κάτω από το πλάτανο, εκεί που κατεβαίνει η γιατρίνα –δισέγγονο της από την πλαϊνή γραμμή – και μαζεύει μυρτιές από τα χωράφια της. Φύγανε βέβαια, με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Έκλαιγε, λέει αυτή, έσκουζε στο κλάμα, πήρανε και το Γιωργή το γιο τους, ναι, χριστιανικό όνομα είχε ετούτος. Πως τη λέγανε; Δε θυμούμαι. Δεν έλεγε η γιαγιά μου τόνομα τση … θαρρώ…Ούτε εκεινού, του τουρκοκρητικού, το όνομα έλεγε κανείς…

Παίρνω την ιστορία του γέρου Πουλάκη, δώρο πολύτιμο, και κάθομαι στην πέτρινη πεζούλα όταν βραδιάζει. Θέλω να του πω, μα δε μπορώ. Θέλω να του πω, πως την τουρκοκρητικιά συγγένισσα του, τη έβγαλα Μελιτινή, γυναίκα του Αβδουραχμάν Οσμανάκη. Και πως τη γνώρισα ένα πρωινό στο πολύβουο Υποθηκοφυλακείο Ηρακλείου, σε κιτρινισμένα κιτάπια τα ίχνη της αφημένα, μορφή πικραμένη, που η Ιστορία δεν τη ρώτησε, ούτε για γάμο, ούτε για γέννα, ούτε για ξεριζωμό. Καμιά φορά, νομίζω πως την ακούω να περνά, βαθιά χαράματα έξω από την πόρτα μου. Σέρνει τα βήματα της, κοντοστέκεται, να ξαποστάσει, θέλει, από το απότομο ανηφόρι, μπορεί και να καλημερίσει, θέλει…Να το ξέρει άραγε πως την ακούω;

Νίκη Τρουλλινού. ©
Λογοτεχνικό περιοδικό Η ΛΕΞΗ, 2007
Facebookmail
]]>