Αγιόκλημα

Καλώς ήλθατε στο Αγιόκλημα

«…στην ποδιά του βουνού ασπρολογάει χωμένο στον ήλιο το κεφαλοχώρι το Πετροκέφαλο»

Ν. Καζαντζάκης.

Ένα παλιό παραδοσιακό σπίτι, με πλήρεις εγκαταστάσεις, στην καρδιά της Κρήτης.

Ο ξενώνας Αγιόκλημα είναι αναστηλωμένο σπίτι του χωριού, αρχές 20ου αιώνα, στην άκρη του οικισμού, κοιτάζοντας πέρα από την όμορφη κοιλάδα προς Πενταμόδι, Κρουσσώνα και στο Βορρά προς το Ηράκλειο και το κρητικό πέλαγος.

Το σπίτι είναι χωρισμένο σε πλήρως εξοπλισμένα διαμερίσματα 40-75 τετρ. μέτρων για 2-4 άτομα, διαθέτει πλήρη εξοπλισμό, τζάκια, αυτόνομη θέρμανση και ελεύθερο internet. Απέχει από το Ηράκλειο 16 χιλ.
Το συγκριτικό του πλεονέκτημα είναι η τοποθεσία του, δηλαδή στην άκρη του χωριού, στους πρόποδες του Ψηλορείτη, αποτελεί ένα φυσικό μπαλκόνι εν τέλει με καταπληκτική θέα.

petrokefalo_placeΕκ δεξιών είναι το κρητικό πέλαγος και το μάτι «αγκαλιάζει» σχεδόν όλο το βουνό. Κατά τη διάρκεια της μέρας αντικρίζετε τους ελαιώνες, τους αμπελώνες και τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής, τη νύχτα δε, τα φώτα των χωριών μαγεύουν! Επειδή είστε στην άκρη του οικισμού, ο ουρανός και τα αστέρια σας τυλίγουν.

 

 

Νίκου Καζαντζάκη
Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ

{…} Έδεσε το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι του, κοίταξε πέρα, στην ποδιά του βουνού, ν΄ ασπρολογάει χωμένο στον ήλιο το κεφαλοχώρι το Πετροκέφαλο, γεμάτο Τούρκους αγάδες και ραγιάδες Χριστιανούς. Ήταν μαυροκαμένος του ήλιου, σφιχτοκρέατος και μαυρογόνατος, τα μάγουλά του είχαν πετάξει χνούδι πυκνό…
– Πάω, μάνα, είπε, φούχτωσε τη σπαθόβεργα κι ανασηκώθηκε από το μνήμα.
– Για πού, παιδί μου Θοδωρή;
– Για το Πετροκέφαλο∙ δεν είπες πως θες ρόδια να βάλεις αύριο στα κόλλυβα; Πάω να σου φέρω ∙ έχει ο παππούς κρεμασμένα στα δοκάρια.

…………………………………………..

Την ίδια μέρα, γλυκοχάραμα, στη μεγάλη αυλή του παππού στο Πετροκέφαλο, ο Καπετάν Μιχάλης, περιτριγυρισμένος από τα πρωτοπαλίκαρά του, παράδινε στα χέρια του Θοδωρή το μπαϊράκι του: το μαύρο πανί με τα κόκκινα γράμματα ∙ πλάι του στέκουνταν αρματωμένοι οι δυο παλιοί σύντροφοι στο γλέντι, ο Καγιαμπής και ο Φουρόγατος. Ο Βεντούζος είχε πάει να βολέψει τη φαμίλια του κι ο Μπερτόδουλος, τρυπωμένος πίσω, μαζί με τις γυναίκες, σφιχτοτυλιμένος στην μπέρτα του, τουρτούριζε στο πρωινό το αγιάζι, γούρλωνε τα μάτια και κοίταζε: << Τι ‘ναι ετούτα τα θεριά, συλλογίζουνταν, πού πάνε, γιατί πάνε, έτσι πρωί πρωί με τέτοιο κρύο;>>
Ο Καπετάν Μιχάλης στράφηκε στη γυναίκα του που στέκονταν στο κατώφλι, σταυρό τα χέρια, και δε μιλούσε.
-Έχε γεια, γυναίκα, είπε.

( Πρώτη έκδοση, εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ, Αθήνα 1955)

Μπορείτε να μας βρείτε επίσης

Στίς σελίδες του TripAdvisor
η Στο Booking.com